| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.684.086 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μαχαιρώνω |
0,01 sec. |
|
μαχαιρώνω knife, stab يطعن bodnout stikke stechen apuñalar puukottaa poignarder ubosti accoltellare 突き刺す 찌르다 stoten stikke pchnąć nożem apunhalar колоть knivhugga แทง bıçaklamak đâm 刺伤 ρ μετβ μαχαιρώνω [maçe'rono] χτυπάω με μαχαίρι poignarder Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|