Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.759.081.839 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μαύρος

0,03 sec.
μαύρος schwarz black negro noir nero niger zwart czarny negro, preto أسود černý sort musta crn 黒い 검은 sort черный svart ดำ siyah đen 黑的
επίθ μαύρος, μαύρη, μαύρο ['mavros, 'mavri, 'mavro]
1 που έχει το χρώμα της νύχτας noir, noire
μαύρος καπνός de la fumée noire
2 που έχει σκούρο χρώμα foncé/-ée
μαύρα σύννεφα des nuages noirs
3 πάρα πολύ δυσάρεστος, δύσκολος noir
μαύρες σκέψεις des idées noires
μαύρα χρόνια des années noires
ουσ ουδ μαύρο το μαύρο χρώμα noir
ουσ α / θ μαύρος, μαύρη
που έχει πολύ σκούρο δέρμα, συνήθως αφρικανός noir; noire


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.