Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.751.414.017 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

με

0,03 sec.
με amb med mit ro, with, me, to avec með con med com med مع s con kanssa s ・・・と一緒に …과 함께 met z с ร่วมกับ ile với
πρόθ με [me]
1 μαζί avec
πάω με κπ aller avec qqn
2 δηλώνει τρόπο en
αγοράζω κτ με το κιλό acheter qqch au kilo
κάνω κτ με χαρά faire qqch avec joie
3 μέσο, όργανο enau
ταξιδεύω με πλοίο voyager en bateau
κόβω κτ με το μαχαίρι couper au couteau
4 δηλώνει αιτία dans
Ευχαριστήθηκα με το δώρο. J'ai été content£££ du cadeau.
5 δηλώνει σχέση àavec
μοιάζω με κπ ressembler à qqn
τσακώνομαι με κπ se disputer avec qqn
συμφωνώ με κπ être d'accord avec qqn
6 δηλώνει πρόσθετο χαρακτηριστικό au, à la, aux
ο άντρας με το καπέλο l'homme au chapeau
το κορίτσι με τα μαύρα μάτια la fille aux yeux noirs
άντρας με περιουσία un homme fortuné


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.