| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.722.307.698 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεγάλος |
0,02 sec. |
|
μεγάλος groß adult, big, grand, great, grown, large, long grande suur adulte, grand גדול grande magnus duży كبير velký stor iso velik 大きい 큰 groot stor grande большой stor ใหญ่ büyük to lớn 大的 επίθ μεγάλος, μεγάλη, μεγάλο [me'ɣalos, me'ɣali, me'ɣalo] 1 που έχει μέγεθος πάνω από το κανονικό grand, grande μεγάλο σπίτι une grande maison 3 πολύς grandfort, forte μεγάλη χαράπίεση une grande joie/une forte pression έχω μεγάλη δύναμη avoir beaucoup de force 4 ισχυρός grand οι μεγάλες δυνάμεις les grandes puissances 5 έντονος vif, vivefrappant/-ante μεγάλος πόνος une douleur intense Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|