| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.353.069 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μεγάφωνο |
0,03 sec. |
|
|
μεγάφωνο megaphone, loudspeaker Lautsprecher مكبر صوت reproduktor højttaler altavoz kaiutin haut-parleur razglas altoparlante スピーカー 확성기 luidspreker høyttaler głośnik altifalante, alto-falante громкоговоритель högtalare เครื่องกระจายเสียง hoparlör loa phóng thanh 扩音器 високоговорител רמקול
ουσ ουδ μεγάφωνο [me'ɣafono] συσκευή με ηχείο haut-parleur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|