| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.353.297 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μεγέθυνση |
0,01 sec. |
|
|
μεγέθυνση agrandissement, élargissement enlargement تكبير zvětšení udvidelse Vergrößerung ampliación laajennus povećanje ampliamento 拡大 확대 vergroting forstørrelse powiększenie alargamento увеличение förstoring การขยาย büyütme sự phóng to 放大 放大
ουσ θ μεγέθυνση [me'ʝeθinsi] 1 μεγάλωμα agrandissement η μεγέθυνση εικόνας l'agrandissement d'une image 2 υπερβολή exagération η μεγέθυνση προβλήματος l'exagération d'un problème Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|