| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.740.575 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεγαλειώδης |
0,02 sec. |
|
μεγαλειώδης grandiose majestic επίθ α/θ / ουδ μεγαλειώδης, μεγαλειώδες [meɣali'oðis, meɣali'oðes] πολυτελής majestueux/-euse μεγαλειώδης τελετή une cérémonie majestueuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|