| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.350.740 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεγαλύτερος |
0,01 sec. |
|
μεγαλύτερος greater, greatest, larger, largest, senior, bigger, elder aîné, plus âgé, plus grand أكبر, أكبر سِنّاً starší, větší ældre, større älterer, größer mayor suurempi, vanhempi stariji, veći maggiore, più grande より大きい, 年上の 더 큰, 손위의 groter, ouder eldre, større starszy, większy maior, mais idoso больший, старший äldre, större แก่กว่า, ใหญ่กว่า daha büyük, daha yaşlı lớn hơn, to hơn 年长的, 更大的 επίθ μεγαλύτερος, μεγαλύτερη, μεγαλύτερο [meɣa'literos, meɣa'literi, meɣa'litero] πιο μεγάλος plus grand, plus grande see also μεγάλος Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|