Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.233.703 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μεγαλώνω

0,02 sec.
μεγαλώνω enlarge, grow up, raise, grow ينَمو vyrůst vokse aufwachsen crecer kasvaa grandir postajati crescere 成長する 성장하다 groeien vokse urosnąć crescer расти växa เติบโต งอกงาม büyümek lớn lên 生长
ρ μετβ μεγαλώνω [meɣa'lono]
1 ανατρέφω παιδιά élever
Μεγάλωσα δυο παιδιά. J'ai élevé deux enfants.
2 αυξάνω σε ένταση ή μέγεθος augmenteragrandir
μεγαλώνω την πίεση augmenter la pression
μεγαλώνω το σπίτι agrandir la maison
ρ αμετβ μεγαλώνω
κτ γίνεται πιο μεγάλο σε μέγεθος ή αριθμό grandirpousser
Τα φυτά μεγαλώνουν. Les plantes poussent.
Tα παιδιά μεγαλώνουν. Les enfants grandissent.
O πληθυσμός μεγαλώνει. La population s'accroît.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.