| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.844.122 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεγεθυντικός |
0,02 sec. |
|
μεγεθυντικός agrandissant επίθ μεγεθυντικός, μεγεθυντική, μεγεθυντικό [meʝeθindi'kos, £££meʝeθindi'ci, mejeθindi'ko] μεγεθυντικός φακός φακός που μεγαλώνει τα αντικείμενα loupe Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|