Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.362.176 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μεθοδικός

0,01 sec.
μεθοδικός methodical, Methodist méthodique, méthodiste منهجي metodista metodistisk methodistisch metodista metodisti- metodistički metodista メソジスト派の 감리교 신자의 methodist metodist- metodystyczny metodista методистский metodistisk ที่เกี่ยวกับนิกายโปรเตสแตนส์ Methodist mezhebine ait theo Hội Giám lý 循道宗信徒的
ουδ α / θ μεθοδικός, μεθοδική, μεθοδικό [meθoði'ko, meθoði'kos, meθoði'ci]
συστηματικός méthodique
μεθοδικές ενέργειεςκινήσεις des démarches méthodiques
Είναι μεθοδικός στη δουλειά του. Il est méthodique dans son travail.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.