| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.885.893 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μειονεκτικός |
0,01 sec. |
|
μειονεκτικός επίθ α / θ / ουδ μειονεκτικός, μειονεκτική, μειονεκτικό [mionekti'kos, mionekti'ci, mionekti'ko] που μειονεκτεί désavantageux/-euse μειονεκτική θέση une position désavantageuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|