| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.561.087 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μελλοθάνατος |
0,01 sec. |
|
μελλοθάνατος επίθ θ / ουδ μελλοθάνατος, μελλοθάνατη, μελλοθάνατο [melo'θanatos, melo'θanati, melo'θanato] καταδικασμένος σε θάνατο condamné/-ée (à mort) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|