| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.372.738 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μερίδιο |
0,01 sec. |
|
|
μερίδιο share, part, portion part, portion حصة, سهم مالي část, podíl andel, portion Anteil, Portion parte, porción, compartir osuus dio, porcija azione, porzione 分け前, 部分 몫, 부분 aandeel, portie aksje, del część, porcja parte, porção, compartilhar доля, порция del, portion ส่วนแบ่ง parça, pay phần 一部分, 份额, 共享 дял
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|