Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.443.014 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μερικής απασχόλησης

0,01 sec.
μερικής απασχόλησης غِير مُتَفَرِغ
μερικής απασχόλησης zkrácený
μερικής απασχόλησης deltids-
μερικής απασχόλησης Teilzeit-
μερικής απασχόλησης part-time
μερικής απασχόλησης a medio tiempo, a tiempo parcial
μερικής απασχόλησης osa-aikainen
μερικής απασχόλησης à temps partiel
μερικής απασχόλησης honoraran
μερικής απασχόλησης part-time
μερικής απασχόλησης パートタイムの
μερικής απασχόλησης 시간제의
μερικής απασχόλησης parttime
μερικής απασχόλησης deltids-
μερικής απασχόλησης półetatowy
μερικής απασχόλησης a tempo parcial, de meio expediente
μερικής απασχόλησης не полностью занятый
μερικής απασχόλησης deltids-
μερικής απασχόλησης ซึ่งไม่เต็มเวลา
μερικής απασχόλησης yarım gün
μερικής απασχόλησης bán thời gian
μερικής απασχόλησης 兼职的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.