| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.627.898 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μερικός |
0,02 sec. |
|
μερικός partial, some partiel جزئي částečný delvis teilweise parcial osittainen djelomičan parziale 部分的な 부분적인 gedeeltelijk delvis częściowy parcial частичный partiell ซึ่งเป็นบางส่วน kısmi một phần 部分的 επίθ α / θ / ουδ μερικός, μερική, μερικό [meri'kos, meri'ci, meri'ko] που δεν αντιστοιχεί σε κτ ολοκληρωμένο partiel/-ielle μερική απασχόληση une occupation partielle πληθυντικός επίθ / α / πληθυντικός / θ / ουδ μερικοί, μερικές, μερικά [meri'ces, meri'ces, meri'ka] κάποιοι certains, -aines μερικές φορές quelquefoisdes fois Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|