| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.192.492 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μετέωρος |
0,03 sec. |
|
μετέωρος in der Luft, in der Schwebe, unentschieden en l'air επίθ α / θ / ουδ μετέωρος, μετέωρη, μετέωρο [me'teoros, me'teori, me'teoro] 2 που δεν πραγματοποιείται en suspens μετέωρη απειλή une menace en suspens Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|