| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.387.892 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μεταβιβάζω |
0,03 sec. |
|
|
μεταβιβάζω convey, impart
ρ μετβ μεταβιβάζω [metavi'vazo] 1 περνάω κτ σε άλλο χώρο transférer 2 παραδίδω transmettre μεταβιβάζω παραγγελίαμήνυμα transmettre une commande/un message Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|