| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.440.816 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεταβολισμός |
0,01 sec. |
|
μεταβολισμός metabolism metabolisme, stofwisseling عملية الأيض metabolismus stofskifte Stoffwechsel metabolismo aineenvaihdunta métabolisme metabolizam metabolismo 代謝 신진대사 stoffskifte metabolizm metabolismo метаболизм ämnesomsättning กระบวนการเผาผลาญอาหาร metabolizma quá trình trao đổi chất 新陈代谢 ουσ α μεταβολισμός [metavoli'zmos] οι χημικές λειτουργίες του οργανισμού métabolisme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|