| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.390.280 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μετακίνηση |
0,01 sec. |
|
|
μετακίνηση movement, move, shift déplacement
ουσ θ μετακίνηση [meta'cinisi] 1 αλλαγή θέσης déplacement £££η μετακίνηση αρρώστου le déplacement d'un malade 2 κυκλοφορία déplacement Η μετακίνηση έχει γίνει δύσκολη. Le déplacement est devenu difficile. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|