| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.278.277 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μετακομίζω |
0,06 sec. |
|
μετακομίζω move, relocate, remove, move in déménager, emménager ينتقل nastěhovat (se) flytte ind einziehen mudarse muuttaa sisään useliti andare a vivere ・・・に転居する 이사하다 intrekken flytte inn wprowadzić instalar-se въезжать flytta in ย้ายเข้า taşınmak dọn vào nhà mới 搬进 ρ αμετβ μετακομίζω [metako'mizo] αλλάζω κατοικία déménager Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|