| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.443.171 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεταμόρφωση |
0,01 sec. |
|
μεταμόρφωση metamorphosis, metamorphism, transformation métamorphose ουσ θ μεταμόρφωση [meta'morfosi] η ριζική αλλαγή transformation; métamorphose Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|