| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.396.774 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μεταμόρφωση |
0,03 sec. |
|
|
μεταμόρφωση metamorphosis, metamorphism, transformation métamorphose
ουσ θ μεταμόρφωση [meta'morfosi] η ριζική αλλαγή transformation; métamorphose Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|