| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.397.022 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μετανάστευση |
0,03 sec. |
|
|
μετανάστευση imigração migration, immigration هِجْرَة imigrace immigration Immigration inmigración maahanmuutto immigration imigracija immigrazione 移住 이민 immigratie immigrasjon imigracja иммиграция immigration การอพยพจากต่างประเทศ göçme sự nhập cư 移民, 入境事务处 Имиграция 入境事務處 ההגירה
ουσ θ μετανάστευση [meta'nastefsi] η αλλαγή χώρας ή πόλης για αναζήτηση εργασίας émigration; immigration η μετανάστευση προς τις αναπτυγμένες χώρες l'émigration vers les pays développés Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|