| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.628.151 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μετανάστευση |
0,03 sec. |
|
μετανάστευση imigração migration, immigration هِجْرَة imigrace immigration Immigration inmigración maahanmuutto immigration imigracija immigrazione 移住 이민 immigratie immigrasjon imigracja иммиграция immigration การอพยพจากต่างประเทศ göçme sự nhập cư 移民 ουσ θ μετανάστευση [meta'nastefsi] η αλλαγή χώρας ή πόλης για αναζήτηση εργασίας émigration; immigration η μετανάστευση προς τις αναπτυγμένες χώρες l'émigration vers les pays développés Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|