| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.397.281 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μετανάστης |
0,03 sec. |
|
|
μετανάστης immigrant, migrant émigré, immigré, migrant مُهاجِر, وَافِد imigrant, migrant immigrant, migrant Immigrant, Migrant inmigrante, trabajador emigrante maahanmuuttaja, siirtolainen imigrant, migrant emigrante, immigrato 移住者 이주자 immigrant, migrant immigrant, omstreifer imigrant, wędrownik emigrante, imigrante, migrante иммигрант, мигрант immigrant, person som flyttar från plats till plats ผู้อพยพ, ผู้อพยพเข้าประเทศ göçmen người di cư, người nhập cư 侨民, 移民 имигрант 移民
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|