| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.869.943 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεταρρύθμιση |
0,02 sec. |
|
μεταρρύθμιση reform ουσ θ μεταρρύθμιση [meta'riθmisi] μεταβολή conversion; modification οικονομική μεταρρύθμιση une réforme économique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|