| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.319.245 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μετασχηματιστής |
0,02 sec. |
|
μετασχηματιστής transformer, adapter, adaptor transformateur, adaptateur مُحَوِّل كهربي adaptér adapter Adapter adaptador adapteri adapter adattatore ソケットアダプタ 어댑터 adapter adapter przedłużacz adaptador переходник adapter ตัวแปลงไฟ adaptör bộ nắn dòng 适配器 ουσ α μετασχηματιστής [metasçimati'stis] που μεταβάλλει την τάση ρεύματος transformateur (électrique) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|