| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.399.258 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μετασχηματιστής |
0,01 sec. |
|
|
μετασχηματιστής transformer, adapter, adaptor transformateur, adaptateur مُحَوِّل كهربي adaptér adapter Adapter adaptador, transformador adapteri adapter adattatore ソケットアダプタ 어댑터 adapter adapter przedłużacz adaptador, transformador переходник adapter ตัวแปลงไฟ adaptör bộ nắn dòng 适配器, 变压器 трансформатор 變壓器 שנאי
ουσ α μετασχηματιστής [metasçimati'stis] που μεταβάλλει την τάση ρεύματος transformateur (électrique) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|