| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.805.109.618 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεταφέρω |
0,67 sec. |
|
μεταφέρω convey, transfer, transport, carry transférer, transporter, porter يَحمِل, ينقل nést, přepravit bære, transportere tragen, transportieren llevar, transportar kantaa, kuljettaa nositi, prevesti portare, trasportare 輸送する, 運ぶ ...을 운반하다, 운송하다 dragen, transporteren bære, transportere nieść, przewieźć carregar, transportar нести, перевозить bära, transportera ขนส่ง taşımak mang, vận chuyển 运输, 运送 ρ μετβ μεταφέρω [meta'fero] 1 πάω, οδηγώ conduire μεταφέρω κπ στο σταθμό conduire qqn à la gare 2 παραδίδω, μεταβιβάζω transférertransmettre μεταφέρω ένα μήνυμα transférer un message ρ μεσοπαθ μεταφέρομαι [meta'ferome] se transporterse reporter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|