| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.145.820 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεταφορικός |
0,01 sec. |
|
μεταφορικός metaphorical métaphorique metafórico επίθ α / θ / ουδ μεταφορικός, μεταφορική, μεταφορικό [metafori'kos, metafori'ci, metafori'ko] 1 σχετικός με μεταφορές ανθρώπων ή πραγμάτων de transport μεταφορικά έξοδα des frais de transport 2 σχετικός με το σχήμα της μεταφοράς métaphoriquefiguré/-ée η μεταφορική σημασία μιας λέξης le sens métaphorique d'un mot Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|