| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.859.790 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μεταχειρίζομαι |
0,03 sec. |
|
μεταχειρίζομαι use, handle, treat utiliser, traiter يَستضيف zachovat (se) behandle behandeln tratar kohdella počastiti trattare 扱う 취급하다 behandelen behandle potraktować tratar угощать bjuda ทำตามกระบวนการ davranmak đối xử 款待 ρ μεσοπαθ μεταχειρίζομαι [metaçi'rizome] 1 χρησιμοποιώ maniermanipuler μεταχειρίζομαι διπλωματία user de diplomatie 2 συμπεριφέρομαι se conduirese comporter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|