| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.466.133 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μετριοπάθεια |
0,01 sec. |
|
μετριοπάθεια اعتدال střídmost mådehold Mäßigkeit moderation moderación maltillisuus modération umjerenost moderazione 適度 온건 gematigdheid måtehold umiarkowanie moderação умеренность återhållsamhet ความพอประมาณ ılımlılık sự điều độ 适度 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|