Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.414.184 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

με μερική απασχόληση

0,01 sec.
με μερική απασχόληση بدواما جزئي
με μερική απασχόληση na zkrácený úvazek
με μερική απασχόληση på deltid
με μερική απασχόληση auf Teilzeit
με μερική απασχόληση part-time
με μερική απασχόληση a medio tiempo, a tiempo parcial
με μερική απασχόληση osa-aikaisesti
με μερική απασχόληση à temps partiel
με μερική απασχόληση honorarno
με μερική απασχόληση part-time
με μερική απασχόληση パートタイムで
με μερική απασχόληση 시간제로
με μερική απασχόληση parttime
με μερική απασχόληση deltid
με μερική απασχόληση na pół etatu
με μερική απασχόληση meio expediente
με μερική απασχόληση в режиме неполного рабочего дня
με μερική απασχόληση på deltid
με μερική απασχόληση นอกเวลา
με μερική απασχόληση yarım gün
με μερική απασχόληση bán thời gian
με μερική απασχόληση 兼职地


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.