| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.876.649 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μητριά |
0,02 sec. |
|
μητριά stepmother زوجة الأب nevlastní matka stedmor Stiefmutter madrastra äitipuoli belle-mère maćeha matrigna 継母 의붓어머니 stiefmoeder stemor macocha madrasta мачеха styvmor แม่เลี้ยง üvey anne mẹ kế 继母 ουσ θ μητριά [mitri'a] θετή μητέρα belle-mère Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|