Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.759.060.003 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μητρική γλώσσα

0,02 sec.
μητρική γλώσσα langue maternelle
μητρική γλώσσα اللغة الأم
μητρική γλώσσα mateřský jazyk
μητρική γλώσσα modersmål
μητρική γλώσσα Muttersprache
μητρική γλώσσα mother tongue, native language
μητρική γλώσσα lengua materna
μητρική γλώσσα äidinkieli
μητρική γλώσσα materinski jezik
μητρική γλώσσα madrelingua
μητρική γλώσσα 母国語
μητρική γλώσσα 모국어
μητρική γλώσσα moedertaal
μητρική γλώσσα morsmål
μητρική γλώσσα język ojczysty
μητρική γλώσσα língua materna
μητρική γλώσσα родной язык
μητρική γλώσσα modersmål
μητρική γλώσσα ภาษาแม่
μητρική γλώσσα anadil
μητρική γλώσσα tiếng mẹ đẻ
μητρική γλώσσα 母语


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.