| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.768.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μητρικός |
0,01 sec. |
|
μητρικός mütterlich maternel native, maternal, motherly materno, maternal متعلق بالأم mateřský moderlig maternal äidillinen majčinski materno 母性の 어머니의 van moederszijde moderlig materialny материнский moderlig เกี่ยวกับมารดา annelik đằng mẹ 母性的 επίθ α / θ / ουδ μητρικός, μητρική, μητρικό [mitri'kos, mitri'ci, mitri'ko] που χαρακτηρίζει τη μητέρα maternel/-elle τα μητρικά αισθήματα les sentiments maternels Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|