| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.416.497 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μητρώο |
0,01 sec. |
|
|
μητρώο سِجل rejstřík register Register register registro rekisteri registre registar registro 登録簿 등록 register register rejestr registo, registro журнал register การลงทะเบียน kayıt sổ sách 登记簿
ουσ ουδ μητρώο [mi'troo] κρατικός κατάλογος με τα στοιχεία των πολιτών matricule; registreτο ποινικό μητρώο λίστα πολιτών που έχουν κάνει κτ παράνομο le casier judiciaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|