Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.424.128 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μηχανολογία

0,01 sec.
μηχανολογία ingénierie
μηχανολογία mechanics, engineering
μηχανολογία هندسة
μηχανολογία strojírenství
μηχανολογία ingeniørarbejde
μηχανολογία Ingenieurwesen
μηχανολογία ingeniería
μηχανολογία konetekniikka
μηχανολογία inžinjering
μηχανολογία ingegneria
μηχανολογία 工学
μηχανολογία 공학
μηχανολογία techniek
μηχανολογία ingeniørarbeid
μηχανολογία inżynieria
μηχανολογία engenharia
μηχανολογία инженерное дело
μηχανολογία maskinteknik
μηχανολογία วิศวกรรมศาสตร์
μηχανολογία mühendislik
μηχανολογία nghề cơ khí
μηχανολογία 工程学


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.