Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.233.470 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μη δυνάμενος να

0,03 sec.
μη δυνάμενος να عاجز
μη δυνάμενος να nebýt schopný
μη δυνάμενος να ude af stand til
μη δυνάμενος να außerstande
μη δυνάμενος να unable to
μη δυνάμενος να incapaz de
μη δυνάμενος να kykenemätön
μη δυνάμενος να incapable de
μη δυνάμενος να nesposoban
μη δυνάμενος να incapace
μη δυνάμενος να ・・・できない
μη δυνάμενος να …할 수 없는
μη δυνάμενος να niet in staat
μη δυνάμενος να ute av stand til
μη δυνάμενος να niezdolny do
μη δυνάμενος να incapaz de
μη δυνάμενος να неспособный
μη δυνάμενος να inte kunna
μη δυνάμενος να ไม่สามารถที่จะ
μη δυνάμενος να yapamamak
μη δυνάμενος να không thể
μη δυνάμενος να 不能的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.