Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.250.633 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μικραίνω

0,07 sec.
μικραίνω rétrécir, diminuer diminish, lessen, shorten يُقَلِل zmenšit (se) formindske verringern disminuir vähentyä smanjiti diminuire 減らす 줄이다 verminderen svekke zmniejszyć diminuir уменьшать minska ทำให้ลดลง azalmak giảm bớt 减少
ρ μετβ μικραίνω [mi'kreno]
κάνω κπ να φαίνεται πιο νέος rajeunir
Αυτά τα ρούχα σε μικραίνουν. Ces vêtements te rajeunissent.
ρ αμετβ μικραίνω
γίνομαι πιο μικρός se raccourcirdiminuer
Οι μέρες μικραίνουν. Les jours se raccourcissent.
H απόσταση μικραίνει. La distance diminue.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.