| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.250.633 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μικραίνω |
0,07 sec. |
|
μικραίνω rétrécir, diminuer diminish, lessen, shorten يُقَلِل zmenšit (se) formindske verringern disminuir vähentyä smanjiti diminuire 減らす 줄이다 verminderen svekke zmniejszyć diminuir уменьшать minska ทำให้ลดลง azalmak giảm bớt 减少 ρ μετβ μικραίνω [mi'kreno] κάνω κπ να φαίνεται πιο νέος rajeunir Αυτά τα ρούχα σε μικραίνουν. Ces vêtements te rajeunissent. ρ αμετβ μικραίνω γίνομαι πιο μικρός se raccourcirdiminuer Οι μέρες μικραίνουν. Les jours se raccourcissent. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|