| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.479.217 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μικροσκόπιο |
0,02 sec. |
|
μικροσκόπιο mikroskooppi microscope microscope ميكروسكوب mikroskop mikroskop Mikroskop microscopio mikroskop microscopio 顕微鏡 현미경 microscoop mikroskop mikroskop microscópio микроскоп mikroskop กล้องจุลทรรศน์ mikroskop kính hiển vi 显微镜 ουσ ουδ μικροσκόπιο [mikro'skopio] όργανο για να εξετάζουμε πολύ μικρούς οργανισμούς microscope Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|