| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.354.008 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μικρόφωνο |
0,03 sec. |
|
μικρόφωνο micro, microphone mike, microphone ميكروفون mikrofon mikrofon Mikro, Mikrofon micro, micrófono mikrofoni mikrofon microfono マイク, マイクロホン 마이크 microfoon mikk, mikrofon mikrofon microfone микрофон mick, mikrofon ไมโครโฟน mikrofon micrô 麦克风 ουσ ουδ μικρόφωνο [mi'krofono] συσκευή που ενισχύει τον ήχο micro(phone) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|