| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.437.803 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μισητός |
0,03 sec. |
|
|
μισητός
επίθ θ / ουδ μισητός, μισητή, μισητό [misi'tos, misi'ti, misi'to] που τον μισούν πολλοί détesté/-éedétestable μισητός καθηγητής un professeur détesté γίνομαι μισητός devenir détestable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|