| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.990.248 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μισθοφόρος |
0,02 sec. |
|
μισθοφόρος mercenary mercenaire ουσ α μισθοφόρος [misθo'foros] στρατιωτικός συνήθ. από ξένη χώρα που πληρώνεται mercenaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|