Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.760.809 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μισός

0,02 sec.
μισός halb half demi, moitié hálfur mezzo half meio, metade نصفي poloviční halv medio puoli polovičan 半分の 절반의 halv połówkowy половинный halv ครึ่ง yarım một nửa 一半的
επίθ θ / ουδ μισός, μισή, μισό [mi'sos, mi'si, mi'so]
1 που είναι ίσος με το ένα από τα κομμάτια ενός όλου χωρισμένου στα δύο demi
μισό κιλό un demi kilo
2 που δεν έχει τελειώσει inachevé/-ée
μισή δουλειά un travail inachevé
μισό μισό
σε δύο ίσα μέρη par moitiémoitié-moitié
ουσ ουδ μισό η μισή ποσότητα moitié
Ήπια το μισό. J'ai bu la moitié.
στα μισά
στη μέση πριν το τέλος à mi-chemin


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.