| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.059.839 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μνησίκακος |
0,02 sec. |
|
μνησίκακος rancorous, resentful, vindictive επίθ α / θ / ουδ μνησίκακος, μνησίκακη, μνησίκακο [£££mni'sikakos, mni'sikaci, mni'sikako] εκδικητικός rancunier/-ière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|