Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.440.962 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μοδάτος

0,01 sec.
μοδάτος moderní, módní
μοδάτος moderigtig, trendy
μοδάτος modern, modisch
μοδάτος fashionable, trendy
μοδάτος a la moda, moderno
μοδάτος muodikas, trendikäs
μοδάτος à la mode, branché
μοδάτος koji prati modu, u trendu
μοδάτος alla moda, di tendenza
μοδάτος 今はやりの, 流行の
μοδάτος 유행을 좇는, 유행의
μοδάτος modieus, trendy
μοδάτος moderne, trendy
μοδάτος modny
μοδάτος da última moda, na moda
μοδάτος modern, trendig
μοδάτος ซึ่งเป็นที่นิยม, ทันสมัย
μοδάτος modaya uygun
μοδάτος hợp thời trang, mốt
μοδάτος 时髦的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.