| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.494.057 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μοιράζω |
0,01 sec. |
|
μοιράζω deal, share, distribute, split يٌشارِك rozdělit (se) dele teilen compartir jakaa partager dijeliti condividere 分ける 나누다 delen dele podzielić compartilhar делить(ся) dela แบ่งส่วน paylaşmak chia nhau 分享 ρ μετβ μοιράζω [mi'razo] 2 χωρίζω και δίνω distribuer μοιράζω την περιουσία μου distribuer sa fortune Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|