| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.879.201 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μοιραίος |
0,01 sec. |
|
μοιραίος fatal, fated, fateful, deadly مميت smrtelný fatal tödlich fatídico kohtalokas fatal koban fatale 致命的な 치명적인 fataal dødelig fatalny fatal неминуемый dödlig ซึ่งทำให้ถึงตาย ölümcül chết người 致命的 επίθ α / θ / ουδ μοιραίος, μοιραία, μοιραίο [mi'reos, mi'rea, mi'reo] 2 που φέρνει το θάνατο mortel/-elle μοιραίο ατύχημα un accident mortel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|