| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.219.919 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μοκέτα |
0,02 sec. |
|
μοκέτα carpet, fitted carpet, wall-to-wall carpeting moquette سجاد مثبت celoplošný koberec væg-til-væg-tæppe Teppichboden alfombra, moqueta kokolattiamatto tepih postavljen po mjeri sobe moquette ぴったり合うように敷かれたカーペット 바닥 전체를 덮는 카펫 kamerbreed tapijt vegg-til-vegg-teppe wykładzina dywanowa carpete sob medida ковер, закрывающий весь пол в комнате heltäckningsmatta พรมที่ปูติดแน่น duvardan duvara halı thảm gắn cố định 独立衣柜 ουσ θ μοκέτα [mo'ceta] χαλί από άκρη σε άκρη χώρου moquette Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|