Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.449.005 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

μολυσματικός

0,01 sec.
μολυσματικός viral, contagious, infectious
μολυσματικός مُعدٍ, ناقل للعدوى
μολυσματικός infekční, nakažlivý
μολυσματικός smitsom
μολυσματικός ansteckend
μολυσματικός contagioso, infeccioso
μολυσματικός tarttuva
μολυσματικός contagieux, infectieux
μολυσματικός zarazan
μολυσματικός contagioso, infettivo
μολυσματικός 伝染性の, 感染性の
μολυσματικός 전염성의, 전염성인
μολυσματικός besmettelijk
μολυσματικός smittsom
μολυσματικός zakaźny, zaraźliwy
μολυσματικός contagioso, infeccioso
μολυσματικός заразный, инфекционный
μολυσματικός smittsam
μολυσματικός ซึ่งแพร่กระจายได้, ติดเชื้อโรค
μολυσματικός bulaşıcı
μολυσματικός dễ lây, lây nhiễm
μολυσματικός 传染性的, 有传染性的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.