| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.449.005 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μολυσματικός |
0,01 sec. |
|
|
μολυσματικός viral, contagious, infectious μολυσματικός مُعدٍ, ناقل للعدوى μολυσματικός infekční, nakažlivý μολυσματικός smitsom μολυσματικός ansteckend μολυσματικός contagioso, infeccioso μολυσματικός tarttuva μολυσματικός contagieux, infectieux μολυσματικός zarazan μολυσματικός contagioso, infettivo μολυσματικός 伝染性の, 感染性の μολυσματικός 전염성의, 전염성인 μολυσματικός besmettelijk μολυσματικός smittsom μολυσματικός contagioso, infeccioso μολυσματικός заразный, инфекционный μολυσματικός smittsam μολυσματικός ซึ่งแพร่กระจายได้, ติดเชื้อโรค μολυσματικός bulaşıcı μολυσματικός dễ lây, lây nhiễm Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|