| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.449.250 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
μολύνω |
0,03 sec. |
|
|
μολύνω infect, contaminate infekti infecter poluir تصيب infectar infizieren 感染 infettare заразить infecteren зарази 感染 inficere 감염
ρ μετβ μολύνω [mo'lino] 2 ρυπαίνω polluercontaminer μολύνω μια πηγή contaminer une source ρ μεσοπαθ μολύνομαι [mo'linome] s'infecter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|