| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.294.928 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
μολύνω |
0,01 sec. |
|
μολύνω infect, contaminate infekti infecter poluir ρ μετβ μολύνω [mo'lino] 2 ρυπαίνω polluercontaminer μολύνω μια πηγή contaminer une source ρ μεσοπαθ μολύνομαι [mo'linome] s'infecter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|